The Garments- Little Red Riding Hood Revised

Μία φορά και ένα καιρό ήταν μία έφηβη κοπέλα, η Σιμώνη. Η Σιμώνη ήταν μία κοπέλα που κατείχε ένα ιδιαίτερο κράμα χαρακτηριστικών: διαυγής σαν νιφάδα χιονιού, με μία ακατέργαστη και ανεπιτήδευτη καθαρότητα, συνδυασμένων με ασυμβίβαστη και αυθεντική προσωπικότητα. Εκείνο όμως που την έκανε πραγματικά να ξεχωρίζει ήταν ότι δεν είχε συναίσθηση όλων αυτών των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, λες και ο κόσμος ήταν φτιαγμένος όπως αυτή και ας μην ήταν καθόλου έτσι.

Υπήρχαν άνθρωποι που έλκονταν από την εσωτερική καθαρότητα της Σιμώνης, αλλά πιο πολύ απ’ όλους η γιαγιά της, την οποία όποτε επισκεπτόταν φρόντιζε πάντα να της φέρνει κάτι από κόκκινο χρώμα, το αγαπημένο της χρώμα.

Σε μία από αυτές τις επισκέψεις της αποφάσισε να της πάει κατακόκκινα μήλα από την μηλιά του σπιτιού της.

Για να πάει στο σπίτι της γιαγιάς της, η Σιμώνη έπρεπε να περάσει μέσα από το δάσος. Συνήθιζε να μαρκάρει την πορεία που ακολουθούσε με κόκκινη κορδέλα, ως άλλος Θησέας με τον μίτο της Αριάδνης, όχι γιατί φοβόταν μην χαθεί, αλλά γιατί της άρεσε να «χαράσσει» πορείες.

Όταν έφτασε στο δάσος εμφανίστηκε μπροστά της ο γερό- λύκος, μα δεν φοβήθηκε καθόλου.

Ο λύκος της έπιασε κουβέντα προσπαθώντας να μάθει που πηγαίνει, μα η Σιμώνη δεν του έδινε ιδιαίτερη σημασία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν καταλάβαινε ότι ο λύκος κάτι σκάρωνε. Ο λύκος περπάτησε μαζί της για κάμποση ώρα και άρχισε και εκείνος να μαγνητίζεται από την παρουσία της, τόσο που είχε αρχίσει να ξεχνάει τις αρχικές του προθέσεις. Φαινόταν αποφασιστική και σίγουρη, σαν να βιαζόταν να φτάσει στον προορισμό της, αλλά παράλληλα απολάμβανε και την ομορφιά της φύσης και του δάσους- πεταλούδες, λουλούδια, πουλιά.

Μέχρι να φτάσουν στο σπίτι της γιαγιάς τα πράγματα είχαν αντιστραφεί. Δεν ήταν πια η Σιμώνη που κινδύνευε από το λύκο, αλλά ο λύκος από την Σιμώνη. Μαγεμένος από το κορίτσι, εξημερώθηκε και μετατράπηκε στον πιστό φύλακα της Σιμώνης. Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.


Once upon a time there was this teenage girl called Simoni. Simoni was a girl who had a special blend of characteristics: transparent as a snowflake, with raw and unpretentious pureness, combined with an uncompromising and genuine personality. But what really made her stand out from all the others was the fact that she was not conscious of all those characteristics she possessed, as if the world was made from the same substances like her, although that was not at all true.

 There were people who were attracted from her inner pureness, most of all her grandmother, who every time Simoni visited her, was bringing something red, which was her favorite colour.

 In one of her visits, Simoni decided to bring blood red apples from her house apple tree.

 In order to go to her grandmothers’ house, Simoni had to go through the forest. She used to use a deep red band to mark her way, like Theseus did with Ariadne’s ball of thread, not because she was afraid of being lost, but because she liked to plot routes.

 As soon as she reached the forest the old wolf showed up too, but Simoni was not at all afraid.

 The wolf tried to start a chat, in order to find out where Simoni was going, but she did not pay much attention to the wolf, but that did not mean that she was not aware that the wolf was up to something. The wolf walked along with her for quite sometime and started been mesmerized from her presence, forgetting his initial intentions. Simoni seemed determined and sure of herself, like she was in a hurry to reach her destination, but at the same time she enjoyed the beauty of nature and the forest- butterflies, flowers, birds.

 Till they reached grandmothers’ house things have been reversed. No longer was Simoni in danger from the wolf, but the other way round. Mesmerized from the girl, the wolf was tamed and became Simoni’s loyal watchdog. And they all lived happily ever after.


Project Details

Clothes: Lightmatter- Penelope Karali
Photographer: Peny Giannakou
Models: Alina Meyer, Karolina Syrek
Make-Up Alley: Kallia Sarri
Hairstylist: Eleni Mougouli
Styling: Penelope Karali